Αναζήτηση
  • Korina Lymnioudi

ΔΙΔΥΜΕΣ ΦΛΟΓΕΣ: Ενα απο τα βιβλία που δεν τελείωσα ποτέ... ουτε καν το 1ο κεφαλαιο...



Δεν μπορώ να κοιμηθώ... και βγήκε μπροστά μου αυτό το παλιό κείμενο...

Οπότε είπα να το μοιραστώ μαζί σας...


Οι περισσότεροι γνωρίζετε κάποια πράγματα για τις Δίδυμες Φλόγες, από

"Το Βιβλίο Που Γράφεται Μόνο Του".

Για όσους δεν γνωρίζουν, η θεωρία των Διδύμων Φλογών, έχει ως εξής:

Οι Δίδυμες Φλόγες είναι τα δύο μισά μίας ψυχής.

Ο Πλάτωνας ήταν ο πρώτος που αναφέρθηκε σ αυτο το φαινόμενο...

Κατά τον Πλάτωνα οι ψυχές κάποτε ήταν ανδρόγυνες, δεν είχαν φύλο... αλλά οι δυνάμεις του σκότους χώρισαν τις ψυχές στα δύο... Από τότε οι ψυχές ψάχνουν για το άλλο τους μισό...

Τι πιο βασικό από την ακεραιότητα της ψυχής;


Μέχρι το 2012, τα ζευγάρια Διδύμων Φλογών ήταν ελάχιστα στη Γη. Μετρημένα κυριολεκτικά στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Θεωρείται οτι απο το 2012 περισσότερες Δίδυμες Φλόγες συναντιούνται... διότι έγιναν πολλά ενεργειακά ανεβάσματα στη Γη. Θεωρείται επίσης οτι το Μάτριξ πολεμά την ένωση των Διδύμων Φλογών, γιατί αυτή η Θεία Ένωση απελευθερώνει τεράστια συμπαντικά ποσά θετικής ενέργειας, που θα είχαν το δυναμικό να ενεργοποιήσουν πολλοί άνθρωποι τις αποστολές τους προς την απελευθέρωση της ανθρωπότητας.


Μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να μην έχει το Μάτριξ δικαίωμα επάνω στις Δίδυμες Φλόγες. Να γίνουν καθαρή ΑΓΑΠΗ. Να σκοτώσουν και οι δύο τα εγώ τους.

Έτσι οι σχέσεις Διδύμων Φλογών είναι συνήθως οι πιο δύσκολες και χαοτικές όλων, γιατι το Φως επιτρέπει στο σκοτάδι να λειτουργήσει με κάθε τρόπο για να αναγκαστούν οι Δίδυμες Φλόγες μέσα απο αυτήν την πρόκληση, να έρθουν αντιμέτωπες με όλα τα κομμάτια του εγώ τους και να τα νικήσουν, ώστε να καταφέρουν τη Θεία Ένωση!

Οι αποστολές των Διδύμων Φλογων, είναι αδύνατον να ολοκληρωθούν μόνο από τον έναν από τους δύο.

Είναι αδύνατον να ολοκληρωθούν οι ίδιοι και οι αποστολές τους, αν δεν γίνει σωστά η Θεία Ένωση τους!


Ας πάμε όμως στο βιβλίο...





ΔΙΔΥΜΕΣ ΦΛΟΓΕΣ





Ο καιρός ήταν μουντός και ένιωθε μόνη. Πρώτη φορά πήγε να μείνει βράδυ σ αυτό το χωριό κι ας την είχαν προσκαλέσει οι φίλοι της πολλές φορές.


Η αϋπνία της όμως της έφερνε δυσκολία στο να πηγαίνει να μένει σε άλλα σπίτια.

Σκεφτόταν πως θα ήταν όλο το βράδυ σαν το φάντασμα που δεν βρίσκει ησυχία. Μόνο που τα φαντάσματα δεν ανησυχούν για το αν θα ξυπνήσουν κανέναν.


Το άγχος αυτό σε συνδυασμό με το φόβο μην πάθει κρίση πανικού την ώρα που θα κοιμούνται όλοι, την έκανε πάντα να λέει όχι σε αυτήν την πρόσκληση, παρόλο που το συγκεκριμένο χωριό της ήταν πολύ συμπαθητικό και οι φίλοι της πολύ υποστηρικτικοί.

Αυτή τη φορά όμως σαν μία φωνή να της είπε ότι πρέπει να δεχτεί. Δεν ήξερε καν το λόγο που είπε με τόση χαρά το ναι. Να όμως που και πάλι πλησίαζε η ώρα να κοιμηθούν όλοι και αναγκαστικά θα περνούσε τόσες ώρες μόνη της.


«Αμάν πια αυτή η αϋπνία!» άκουσε την ψυχή της να ουρλιάζει βαθιά μέσα της. Σκέφτηκε για λίγο, πόσο πολύ την πονούσε που δεν μπορούσε να ξυπνήσει φυσιολογικά και ξεκούραστα το πρωί και να ευχαριστηθεί τις ομορφιές της φύσης μαζί με τους άλλους. Πόσο θα το ήθελε!

Ήξερε όμως... η ψυχή της θα γαλήνευε μόνο όταν θα έβρισκε το άλλο της μισό. Τη Δίδυμη Φλόγα της. Τότε θα μπορούσε να κοιμηθεί.

Είχε βαρεθεί και κουραστεί να βλέπει τους άλλους να πιστεύουν για εκείνην πράγματα άσχετα. Κανείς δεν την ήξερε. Πίστευαν πως της άρεσε αυτό που ζούσε. «Είσαι νυχτερινός τύπος» της έλεγαν και γελούσαν. Εκείνη όμως ήξερε. Πολλές φορές ήταν σαν να διάβαζε τις σκέψεις τους.

Αναστέναξε, καθώς άκουσε αυτή τη γνώριμη φωνούλα μέσα της να τη διορθώνει λέγοντας «Το σαν είναι για τις παρομοιώσεις».


Από πολύ μικρή μπορούσε και άκουγε τις σκέψεις των άλλων. Αυτή ήταν η αλήθεια. Δεν το είχε παραδεχτεί ποτέ στον εαυτό της όμως. Άλλωστε δεν γινόταν πάντα, ούτε κατά βούληση. Δεν είχε αποδείξεις. Οπότε προτιμούσε να πιστεύει ότι είναι η φαντασία της. Ο λόγος μάλλον ήταν ότι δεν τη συνέφερε να το παραδεχτεί. Αν όλες αυτές οι αρνητικές, άσχημες, βρώμικες σκέψεις τους ήταν όντως το τι υπήρχε μέσα στους άλλους, τότε τι νόημα θα υπήρχε να ζει κανείς σε αυτόν τον πλανήτη;


Η αίσθηση αυτή την οδήγησε και πάλι στο να αλλάξει «θέμα σκέψης» με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

Οι εξωγήινοι… το από ποιόν πλανήτη άραγε να είναι η ίδια… άρχισε να στριφογυρίζει στο μυαλό της για εκατομμυριοστή φορά. Και μετά πάλι οι άλλοι και το πώς την αντιμετωπίζουν όταν μιλάει με ενθουσιασμό γι αυτό το θέμα.


Θα έλεγε κανείς ότι ο κόσμος δεν θέλει να έχεις ενθουσιασμό. Δεν το αντέχουν. Γιατί άραγε; Ίσως επειδή είναι μια ικανότητα που έχει εκλείψει.

«Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια. Αν μπορούσαν ας είχαν κι αυτοί τον ενθουσιασμό σου» είπε πάλι η φωνούλα που δεν έχανε ευκαιρία να σχολιάζει με τον πιο κυνικό τρόπο.

Η παροιμία όμως της θύμισε τη μητέρα της. Συνήθιζε να το λέει με τον ίδιο κυνικό τρόπο που το είπε η φωνούλα. Άλλες φορές για καλό της κόρης της κι άλλες για πράγματα που δεν κατάφερνε ή που δεν της άρεσε να τα δοκιμάσει καν.


«Μιρέλλα, εμείς πάμε για ύπνο» είπε η φίλη της καθώς πλησίαζε να την καληνυχτίσει.

Η Μιρέλλα κούνησε λυπημένα το κεφάλι της.

«Καληνύχτα» είπε, σαν από αγγαρεία.


Άνοιξε το λάπτοπ της. «Ευτυχώς που υπάρχει και το ίντερνετ» σκέφτηκε.

Άρχισε να παίζει το αγαπημένο της παιχνίδι. Εκεί μαζεύονται όλοι οι ξενύχτηδες αλλά και άνθρωποι από όλα τα μέρη του πλανήτη, οπότε ουσιαστικά ποτέ δεν είσαι πραγματικά μόνος.

Έπαιζε για ώρες αφοσιωμένη προσπαθώντας να κοιμίσει τις σκέψεις της, ή έστω να υποκριθεί ότι δεν τις ακούει, ότι δεν τους δίνει σημασία, ότι δεν βρίσκονται εκεί.


Ξαφνικά ένας περίεργος θόρυβος ακούστηκε. Κάτι σαν σύρσιμο.

«Κάποιος χωριανός με αϋπνία… » σκέφτηκε και χαμογέλασε.

Το σύρσιμο ξανά ακούστηκε πιο δυνατό αυτή τη φορά.

«Τι στο καλό» αναρωτήθηκε και πήγε στο παράθυρο.

Αυτό που είδε τη συνεπήρε. Όλος ο τόπος ήταν σαν να είχε βαφτεί με ένα μπλε φως καταχνιάς.

«Ουάου, τι όμορφα που είναι!» ψιθύρισε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα με τον ενθουσιασμό μικρού παιδιού, αλλά προσπαθώντας να μην κάνει θόρυβο.

Βγήκε έξω. Ήταν ακόμα πιο όμορφα.

«Μα από πού έρχεται αυτό το φως;»



Σήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό και αυτό που είδε την έκανε να τρέμει ολόκληρη.

Στον ουρανό τα σύννεφα είχαν τραβηχτεί δεξιά και αριστερά, σαν να βοηθούσαν να ανοίξει μια τεράστια αυλαία. Στο μέσο, είχε σχηματιστεί μια πολιτεία. Μία τεράστια, γαλάζια… ουράνια πολιτεία. Θυμήθηκε ότι είχε δει στο ιντερνέτ παρόμοιες φωτογραφίες, κυρίως για τη γνωστή πλέον «αιωρούμενη πόλη» πάνω από την Κίνα. Όλοι έλεγαν ότι οι φωτογραφίες ήταν φτιαχτές και πολλοί από τους επιστήμονες έλεγαν ότι πιθανότατα να είναι δημιούργημα του Blue Beam Project της NASA. Κάποιοι άλλοι έλεγαν ότι είναι απλά το φαινόμενο θερμικής αναστροφής.


Την Μιρέλλα δεν την κάλυπτε καμία από αυτές τις εξηγήσεις αλλά δεν τολμούσε να πει τη δική της. Αρκετά αιθεροβάμων την θεωρούσαν οι φίλοι της. Είχε σταματήσει πια να μοιράζεται τέτοιου είδους σκέψεις της. Το μόνο που εισέπραττε ήταν σχόλια και περίεργα βλέμματα. Κανείς δεν φαινόταν να μπορεί να συζητήσει σοβαρά αυτά τα θέματα. Οπότε τα καταχωρούσε και εκείνη στο αρχείο «φαντασιώσεις μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου».

Τώρα όμως είχε μια τέτοια φαντασίωση μπροστά της ολοζώντανη.


Κανείς άλλος στο χωριό δεν φαινόταν να το έχει πάρει είδηση. Έβγαλε το κινητό της από την τσέπη της να το αποθανατίσει για να τους το αποδείξει.

"Αποδείξεις, αποδείξεις… όλοι θέλουν αποδείξεις. Ποιος ξέρει για πόσο λίγο θα φαίνεται αυτό στον ουρανό. Πρέπει να προλάβω να το βγάλω φωτογραφία" σκέφτηκε.


Καθώς κοιτούσε την ουράνια πολιτεία μέσα από το κινητό της, σκέφτηκε να ζουμάρει.

Τότε είδε ότι πολύ αχνά φαινόταν κάτι σαν ένα μονοπάτι που ξεκινούσε από την πολιτεία και κατέβαινε προς τα κάτω, προς τη γη.

Άρχισε να προχωρά προς τα εκεί, κοιτώντας μέσα από το κινητό. Δεν θα έχανε την ευκαιρία να βγάλει φωτογραφία όσο πιο καθαρά μπορούσε και το ουράνιο αυτό δρομάκι.

Δεν είχε καταλάβει καν πόσο πολύ απομακρύνθηκε από το χωριό.

Καθώς περπατούσε ένιωθε όλο και περισσότερο σοκαρισμένη. Από το μυαλό της περνούσε η εξήγηση του Blue Beam Project και αναρωτιόταν για ποιο λόγο η NASA μπορεί να πρόβαλε εικόνα πολιτείας σ αυτό το μικρό χωριουδάκι της Ελλάδας.


Ξαφνικά και ενώ της φάνηκε ότι πλησιάζει αρκετά κοντά, άκουσε μια φωνή.

Η φωνή είπε κάτι ακαταλαβίστικο σε μια περίεργη γλώσσα και είδε ένα μικρό φως σαν από φακό να λάμπει πολύ κοντά της.

Η Μιρέλλα φοβήθηκε και έσκυψε… προσπαθώντας να συρθεί σχεδόν στο ύψος ενός θάμνου για να κρυφτεί.

Η φωνή ξανακούστηκε και η Μιρέλλα σερνόμενη άρχισε αυτή τη φορά να τρέχει. Από το φόβο της δεν κατάλαβε ότι έτρεχε προς την ουράνια πολιτεία. Οι θάμνοι τελείωσαν και άρχισε να τρέχει, όρθια, κανονικά. Παρόλο το γαλάζιο αυτό φως ήταν αρκετά σκοτεινά επειδή πλέον έτρεχε μέσα στο δάσος.


«Έχει γούστο να είναι εξωγήινοι» σκέφτηκε καθώς έτρεχε τρεμάμενη.

Ξαφνικά κουτούλησε με όλη αυτήν τη φόρα πάνω σε… κάτι! Έπεσε κάτω! Ήταν αρκετά σκοτεινά δεν μπορούσε να δει. Προσπάθησε να σηκωθεί, καθώς ταυτόχρονα ψηλάφιζε στον αέρα για να δει τι ήταν αυτό το κάτι. Ένα φως έπεσε επάνω της και την τύφλωσε. Καθώς συνέχιζε να ψηλαφίζει στα τυφλά, έπιασε ένα χέρι που ήταν απλωμένο ευγενικά μπροστά της.


Μόλις τα δύο χέρια συναντήθηκαν η καρδιά της πήγε να σπάσει καθώς ταυτόχρονα με το άγγιγμα άκουσε τη σκέψη του… ιδιοκτήτη του χεριού. «Δεν το πιστεύω! Την βρήκα!»

«Τι;;; Εκείνην έψαχναν; Ποιοι είναι;» σκέφτηκε και άρχισε να ουρλιάζει.

«Σας παρακαλώ μην μου κάνετε κακό!»

Το επανέλαβε σε όσες γλώσσες γνώριζε, τσιριχτά σε πανικό.

Αγγλικά, Γαλλικά, Ρουμάνικα.


«Ας μιλήσουμε Ελληνικά»… ακούστηκε μια ζεστή, γαλήνια, αντρική φωνή από τον ιδιοκτήτη του χεριού. Με το άλλο του χέρι έριξε φως με ένα περίεργο μηχανηματάκι στο πρόσωπο του. Μόλις είδε το πρόσωπο του, λιποθύμησε.

Την σήκωσε στην αγκαλιά του, φώναξε κάτι ακαταλαβίστικο και εμφανίστηκαν τουλάχιστον 10 φιγούρες που μάλλον ήταν τόση ώρα κρυμμένες μέσα στο δάσος, οι οποίες τον ακολούθησαν.

Ψίθυροι χαράς ακούστηκαν από όλες αυτές τις φιγούρες.

Η Μιρέλλα άρχισε να ανακτά τις αισθήσεις της καθώς τη μετέφερε στην αγκαλιά του αλλά φοβήθηκε να πει οτιδήποτε. Το σώμα της είχε μείνει παγωμένο από το φόβο σαν λιπόθυμο Προσπάθησε μόνο να κρυφοκοιτάζει μιας και δεν θεώρησε ότι έχει ελπίδα να ξεφύγει. Με μεγάλη της έκπληξη είδε ότι βγήκαν από το δάσος και κατευθύνονταν προς την ουράνια πολιτεία.


«Blue Beam Project, θερμική αναστροφή και βλακείες» σκέφτηκε. «Αυτό εδώ είναι πολύ αληθινό. Μια απαγωγή από εξωγήινους ήταν το μόνο που μου έλειπε!»

Συνέχιζε να παραμένει σαν λιπόθυμη μη μπορώντας να σκεφτεί τι πρέπει να κάνει, που και που άνοιγε τα μάτια της για να κρυφοκοιτάξει.

Προσπάθησε να «ακούσει» ή να μαντέψει τι σκεφτόταν αυτός ο τύπος που την κουβαλούσε καθώς και να σκεφτεί γιατί λιποθύμησε βλέποντας τα μάτια του. «Ανθρώπινη μορφή έχει, όμορφος φάνηκε… δεν είναι και κανένα τέρας… τι στο καλό όμως… Εξωγήινος με ανθρώπινη μορφή;» Κόντευε να σκάσει καθώς αναρωτιόταν.


Από τις σκέψεις αυτές την έβγαλε η τεράστια γαλαζωπή θέα καταχνιάς αυτής της πόλης καθώς θεόρατη υψωνόταν μπροστά της, μιας και είχαν φτάσει ακριβώς στο μονοπάτι που προσπαθούσε να φωτογραφίσει νωρίτερα.

Ο τύπος ακολούθησε το μονοπάτι και οι άλλοι ακολουθούσαν.

Αυτό ήταν! Την ανέβαζαν στην ουράνια πολιτεία!


Στο τέλος του μονοπατιού το γαλάζιο φως εξαφανίστηκε και η πόλη φαινόταν απόλυτα φυσιολογική, με τη διαφορά ότι ήταν ηλιόλουστη ενώ στη Γη ήταν νύχτα και ότι τα κτίρια φαινόταν να είναι πολύ υψηλής τεχνολογίας.

Καθώς βγήκαν σε κεντρικό δρόμο κι άλλες διαφορές εμφανίστηκαν. Υπήρχαν μόνο οχήματα ιπτάμενα. Οι άνθρωποι ήταν ντυμένοι θεματικά. Σαν να ήταν ολόκληρη η πόλη ένα μασκέ πάρτι με θέμα ξωτικά και νεράιδες.


«Πολύ επιτυχημένες στολές… ακόμα και τα φτερά τους φαίνονται τόσο αληθινά. Απ ότι φαίνεται κάτι γιορτάζουν, κάποιο μεγάλο φεστιβάλ θα έχουν σήμερα.» σκέφτηκε η Μιρέλλα που άρχισε να της αρέσει εκεί. Σιγά σιγά άρχισε να αφήνεται στο υπέροχο θέαμα. Ήταν όλα τόσο φαντασμαγορικά, η πόλη στολισμένη με έντονα χρώματα, που την είχε απορροφήσει όλο αυτό. Άρχισε να νιώθει χαρά, ευδαιμονία και ασφάλεια. Γύρισε και κοίταξε τον τύπο που την κουβαλούσε.


«Νόμιζα ότι θα έκανες την λιπόθυμη για πάντα» της είπε χαμογελώντας της στοργικά.

Εκείνη κοκκίνισε.

«Μιλάς Ελληνικά!» του είπε έκπληκτη.

«Μα φυσικά! Μιλώ όλες τις γλώσσες.» της απάντησε κλείνοντας της το μάτι με νόημα.

Η Μιρέλλα κατάλαβε ότι της κάνει πλάκα και δεν ρώτησε κάτι περισσότερο, παρά μόνο είπε

«Μπορείς να με αφήσεις κάτω τώρα, νιώθω καλύτερα. Δεν θα ήθελα να σε κουράζω. Αλλά που βρισκόμαστε;»

«Χα! Κούραση! Αλήθεια πως είναι να αισθάνεσαι κούραση;»

Η Μιρέλλα τον κοίταξε αποσβολωμένη καθώς ακόμα την κουβαλούσε με τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση του κόσμου.



Συνεχίζεται...

Κάποτε...


Η γνώμη σας μετράει, ελπίζω σε σχόλιο σας... αρνητικό ή θετικό, δεν έχει σημασία...

Όλα καλοδεχούμενα!





607 προβολές15 σχόλια
0